καλώ

καλώ
(AM καλῶ, -έω, Α αιολ. τ. κάλημι)
1. ζητώ από κάποιον να έρθει κοντά μου (α. «κάλεσε την πυροσβεστική γρήγορα» β. «εἰς ἀγορὴν καλέσαντα... Ἀχαιούς», Ομ. Οδ.)
2. προσκαλώ κάποιον για χορό, δείπνο, γιορτή κ.λπ., συγκεντρώνω άτομα με πρόσκληση (α. «δεν μέ κάλεσε στον γάμο της» β. «ὁπότε ἐπὶ δεῑπνον καλέσαι», Ξεν.)
3. διατάζω κάποιον να έρθει στο δικαστήριο ως μάρτυρας ή ως κατηγορούμενος («ἕως ἂν τὴν δίκην ἄρχων καλῆ», Αριστοφ.)
4. ζητώ, απαιτώ, αξιώνω (α. «τό καλεί η ώρα» ή «τό καλεί ο καιρός» — τὸ απαιτούν οι περιστάσεις
β. «ὁ καιρὸς... οὐ μόνον εὔνουν καὶ πλούσιον ἄνδρ' ἐκάλει», Δημοσθ.)
5. δίνω όνομα σε κάποιον, ονομάζω, ονοματίζω («τὸ δ' ἐστὶ ἐν τῆ Θεράπνῃ καλευμένη», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. διατάζω κάποιον ως ανώτερη αρχή να κάνει κάτι («μέ κάλεσε σε απολογία ο υπουργός
2. φρ. α) «καλώ στα όπλα» — προσκαλώ στις τάξεις τού στρατού, επιστρατεύω
β) «καλώ σε βοήθεια» — φωνάζω ή κάνω σήματα ζητώντας βοήθεια
νεοελλ.-μσν.
1. προσκαλώ σε αγώνα
2. αποκαλώ, θεωρώ («ἅπαντες τὸν Διγενήν ἐκάλουν εὐεργέτην», Διγ. Ακρ.)
3. παρακινώ («καλεί με να μαλώσομε», Ερωτόκρ.)
μσν.
1. πίνω στην υγεία κάποιου λέγοντας το όνομά του, προπίνω
2. παθ.
1. καλοῡμαι, -έομαι
α) προορίζομαι για κάτι («ἐκλήθηκα δούλη», Ιμπ. και Μαργ.)
β) υποχρεώνομαι να κάνω κάτι
3. φρ. «ὄνομα καλεῑται» — ονομάζεται
μσν.-αρχ.
(ενεργ. και μέσ.) επικαλούμαι, προσφωνώ (α. «τὸν θεὸν καλοῡμαι μάρτυραν στὴν θλίψιν ὅπου ἔχω», Χρον. Moρ.
β. «τούτων μάρτυρας καλῶ θεούς», Σοφ.)
αρχ.
1. μέσ. φωνάζω κάποιον κοντά μου («Ἑλένην ἐκαλέσσατο φωνῆ», Ομ. Ιλ.)
2. παθ. ονομάζομαι, θεωρούμαι ως κάτι, είμαι κάτι («τάδε... πιστὰ καλεῑται», Αισχύλ.)
3. (παθ. παρακμ.) κέκλημαι
(ιδίως για πρόσ. που μεταβαίνουν στον έγγαμο βίο) έχω λάβει όνομα, θεωρούμαι ότι είμαι, είμαι («σὴ παράκοιτις κέκλημαι», Ομ. Ιλ.)
4. φρ. «ὄvoμα καλεῑν τι ή τινα ήἐπὶ τινι» — ονομάζω, καλώ κάποιον με το όνομά του, δίνω όνομα σε κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. καλέ-ω, - σχηματίστηκε από θ. καλε- που αποτελεί την απαθή και συνεσταλμένη βαθμίδα μιας αρχικής δισύλλαβης ρίζας *καλη-. Αυτή η βαθμίδα εμφανίζεται στον αόρ. ε-κάλε-σα καθώς και στα μεταρρηματικά παρ. κάλε-σις, καλε-στός κ.ά. Ο αιολ. τ. κάλη-μι (αν εδώ το -η- δεν οφείλεται σε μετρική έκταση) και το κυπρ. καλή-ζω εμφανίζουν υστερογενώς εκτεταμένη (ως προς το β' φωνήεν) μορφή τής ρίζας. Απαντά επίσης θ. κλη- (μηδενισμένη και απαθής βαθμίδα της αρχικής ρίζας) σε ρηματικούς τ. τού καλῶ, όπως: παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι, παθ. αόρ. -κλήθην, ποιητ. ενεστωτικός τ. με αναδιπλασιασμό κι-κλή-σκω καθώς και στα περισσότερα μεταρρηματικά παρ. (πρβλ. κλῆ-σις, κλη-τήρ, κλη-τός). Το ρ. καλῶ, τέλος, συνδέεται με τον ουμβρικό τ. προστακτικής kařetu, λατ. calāre «καλώ» (στη λατ. απαντά και θ. clā-, πρβλ. clamo, -āre «φωνάζω»).
ΠΑΡ. καλεστής, καλεστός, κλήση (Α -ις), κλητήρας (Α -ήρ), κλητός
αρχ.
καλήτωρ, κλήδην, κλήτωρ
αρχ.-μσν.
κάλεσις
μσν.
καλεστικός, καλέστρα
μσν.- νεοελλ.
κάλεσμα, καλεσμός
νεοελλ.
καλεσιά.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. καλεσάνδρα, καλεσίχορος. (Β' συνθετικό) ανακαλώ, αντεγκαλώ, αποκαλώ, εγκαλώ, επανακαλώ, μετακαλώ, παρακαλώ, προκαλώ, προσκαλώ, συγκαλώ, συναποκαλώ
αρχ.
αντεπικαλώ, αντικαλώ, αντιπαρακαλώ, εισκαλώ, εκκαλώ, εναπειροκαλώ, επεγκαλώ, επεισκαλώ, επικαλώ, κατακαλώ, προεγκαλώ, προεκκαλώ, προσεπικαλώ, προσεπιπαρακαλώ, προσπαρακαλώ, συμπαρακαλώ, συνεκκαλώ
νεοελλ.
αντιπροκαλώ, αντιπροσκαλώ, θερμοπαρακαλώ, συχνοπαρακαλώ, χιλιοπαρακαλώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καλώ — καλώ, κάλεσα βλ. πίν. 76 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κάλῳ — κάλως reefing rope masc dat sg (epic ionic) κάλῳ̆ , κάλως reefing rope masc nom pl (attic epic ionic) κάλῳ̆ , κάλως reefing rope masc dat sg (attic epic ionic) κά̱λῳ , κᾶλον wood neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάλω — κάλως reefing rope masc nom/voc/acc dual (epic ionic) κάλως reefing rope masc gen sg (epic doric ionic aeolic) κάλω̆ , κάλως reefing rope masc gen sg (attic epic ionic) κά̱λω , κᾶλον wood neut nom/voc/acc dual κά̱λω , κᾶλον wood neut gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλώ — κάλεσα, καλέστηκα και κλήθηκα, καλεσμένος 1. φωνάζω κάποιον, τον προσκαλώ: Την κάλεσε στο γάμο του. 2. διατάζω κάποιον ως ανώτερη αρχή να πράξει κάτι: Ο υπουργός κάλεσε σε απολογία τους απεργούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλῶ — καλέω call fut ind act 1st sg (attic epic doric) καλέω call pres subj act 1st sg (attic epic doric) καλέω call pres ind act 1st sg (attic epic doric) καλός beautiful masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλῷ — καλός beautiful masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλώ — καλός beautiful masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάλωι — κάλῳ , κάλως reefing rope masc dat sg (epic ionic) κάλῳ̆ , κάλως reefing rope masc nom pl (attic epic ionic) κάλῳ̆ , κάλως reefing rope masc dat sg (attic epic ionic) κά̱λῳ , κᾶλον wood neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλνώ — καλώ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλώ μεταπλασμένος ενεστ. κατά τα χαλνώ < χαλώ, γελνώ < γελώ] …   Dictionary of Greek

  • αυτοκαλούμαι — καλώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, αποδίδω μόνος μου μια ιδιότητα στον εαυτό μου χωρίς γενικότερη αναγνώριση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”